Pandora’s Box

Find out more
about the contributors

Pandora's Box

A Greek story retold by Niz Smith and Avril Lethbridge


ΤΟ ΚΟΥΤΙ ΤΗΣ ΠΑΝΔΩΡΑΣ

 

            Μια φορά κι έναν καιρό, ψηλά στα σύννεφα, στις κορυφές του Ολύμπου, οι Θεοί χαίρονταν μια ζωή γεμάτη απολαύσεις και δολοπλοκίες.  Κάθε φορά που κουράζονταν να μαλώνουν μεταξύ τους, έστρεφαν την προσοχή τους στους ανθρώπους, και έπαιζαν μαζί τους, όπως εσύ παίζεις με τα παιχνίδια σου.

 

            Μια μέρα, οι Θεοί δημιούργησαν μια πανέμορφη γυναίκα, την Πανδώρα, και την έφεραν στον Προμηθέα. Ο Προμηθέας ήξερε ότι οι Θεοί ήταν θυμωμένοι μαζί του επειδή έκλεψε τη φωτιά και την έδωσε στους ανθρώπους. Φοβόταν λοιπόν οτί οι Θεοί ήθελαν να τον εκδικηθούν και αποφάσισε να μην της δώσει σημασία.  Ο αδερφός του, όμως, ο Επιμηθέας ερωτεύτηκε την πανέμορφη Πανδώρα και αποφάσισε να την παντρευτεί.

 

            Το ζευγάρι ζούσε ευτυχισμένο, ώσπου μια μέρα τους επισκέφτηκε ο Ερμης, ο αγγελιοφόρος των Θεών, και έφερε μαζί του ένα μυστήριο κουτί. Ζήτησε από την Πανδώρα και τον Επιμηθέα να το προσέχουν όσο αυτός θα λείπει. Πριν φύγει, τους έβαλε να του υποσχεθούν ότι δεν θα το άνοιξουν ποτέ να δουν τι έχει μέσα. Για μέρες η Πανδώρα δεν μπορούσε να στρέψει το βλέμμα της μακριά από το κουτί. Αναρωτιοταν συνεχώς τι περιείχε. Μήπως ήταν γεμάτο φανταχτερά κοσμήματα, πανέμορφα φορέματα, χρυσά φλουριά? Κάθε φορά που έλειπε ο Επιμηθέας και ήταν ολομόναχη, η Πανδώρα έπαιρνε το κουτί και χάιδευε το γυαλιστερό ξύλο, ενώ τα δάχτυλά της κινούνταν προς τη χρυσή πόρπη.

 

            Μια μέρα που ο Επιμηθέας είχε βγει για κυνήγι, η Πανδώρα δεν άντεξε άλλο. Δεν μπορούσε πια να αντισταθεί στην περιέργειά της. Αφού σιγουρεύτηκε ότι κανείς δεν την κοιτούσε, πήρε το κουτί, το άνοιξε προσεκτικά και έσκυψε να δει το περιεχόμενό του. Προς μεγάλη της έκπληξη, δεν βρήκε φανταχτερά κοσμήματα, πανέμορφα φορέματα, χρυσά φλουριά. Αντί για αυτά, οι Θεοί είχαν γεμίσει το κουτί με όλα τα κακά του κόσμου. Αρρώστιες, δυστυχία και πόνος αναδύθηκαν και πετούσαν γύρω της. Η Πανδώρα ούρλιαζε από τον πόνο και τον φόβο. Ο Επιμηθέας την άκουσε καθώς έμπαινε στην αυλή καβάλα στο άλογο του και έτρεξε να την βοηθήσει. Την πήρε στην αγκαλιά του και την παρηγορούσε, ενώ όλα τα κακά του κόσμου πέταξαν έξω και