KidsOut World Stories

Το νησί του Ήλιου David Heathfield    
Previous page
Next page

Το νησί του Ήλιου

A free resource from

Begin reading

This story is available in:

 

 

 

 

Το νησί του Ήλιου

Μια κινέζικη ιστορία

 

a blue bird and a red bird in a circle

 

 

 

 

 

*

Ήταν κάποτε ένας αγρότης που είχε δύο γιους.

Ο μεγαλύτερος γιος ήταν εγωιστής και άπληστος, ενώ ο νεότερος ήταν καλός και γενναιόδωρος.

Όταν πέθανε ο αγρότης, ο μεγαλύτερος γιος πήρε όλη τη γη για τον εαυτό του, αφήνοντας τον μικρότερο αδερφό του μόνο με ένα καλάθι και ένα κοφτερό μαχαίρι, με το οποίο θα έκοβε ξύλα για τη φωτιά.

Πήγαινε στο δάσος, έκοβε ξύλα και τα πουλούσε στην αγορά, με αντάλλαγμα λίγο ρύζι.

Ήταν φτωχός. Δεν είχε τίποτα.

Μια μέρα ο μικρότερος αδερφός σκαρφάλωσε, μέσα από το δάσος, στην κορυφή του βουνού. Εκεί, κάθισε πάνω σε ένα βράχο κοιτάζοντας προς τα δυτικά, όπου ο ήλιος έδυε.

Καθώς καθόταν εκεί ολομόναχος, ένιωσε ένα ρεύμα αέρα από ψηλά, κοίταξε και ήταν ένα φωτεινό πουλί που πετούσε προς το μέρος του. Τα φτερά του άνοιγαν διάπλατα.

Ένιωσε το χτύπημα του αέρα, τη δύναμή του. Τότε, προσγειώθηκε δίπλα του.

«Γιατί κάθεσαι εδώ ολομόναχος;»

«Είμαι φτωχός. Δεν έχω τίποτα.»

«Είναι αλήθεια ή ψέματα;»

«Είναι αλήθεια, είμαι φτωχός. Δεν έχω τίποτα.»

«Τότε, σκαρφάλωσε στη ράχη μου», είπε το το πανίσχυρο πουλί «και θα σε πάω στο νησί του Ήλιου.

Από εκεί μπορείς να πάρεις ένα κομμάτι χρυσού, πριν σε γυρίσω πίσω.»

Σκαρφάλωσε στη ράχη του πουλιού και το πουλί απογειώθηκε.

Και το μεγαλειώδες πουλί πέταξε μακριά από το βουνό.

Πάνω από το δάσος πέταξε το μεγαλειώδες πουλί.

Πάνω από τη θάλασσα πέταξε το μεγαλειώδες πουλί.

Στο νησί του Ήλιου πέταξε το μεγαλειώδες πουλί.

Καθώς προσγειώθηκε το πουλί, ο ήλιος έδυσε πίσω από το νησί, το οποίο λαμποκοπούσε και το αγόρι πήρε ένα κομμάτι χρυσού.

Το έβαλε στο καλάθι του και σκαρφάλωσε στη ράχη του μεγαλειώδους πουλιού.

Και το μεγαλειώδες πουλί πέταξε μακριά από το νησί.

Πάνω από τη θάλασσα πέταξε το μεγαλειώδες πουλί.

Πάνω από το δάσος πέταξε το μεγαλειώδες πουλί.

Πίσω στο βουνό πέταξε το μεγαλειώδες πουλί.

Ο μικρός αδερφός πήρε το κομμάτι του χρυσού και κατηφόρισε έξω από το δάσος και εκεί αγόρασε ένα κομμάτι γης.

Εκεί, εξέθρεψε γουρούνια, αγελάδες και μερικές κότες.

Έζησε καλά. Δούλεψε σκληρά.

Αλλά μια μέρα ήρθε ο μεγάλος του αδερφός.

«Πού βρήκες αυτόν τον πλούτο, αυτή τη γη;»

Ο μικρός αδερφός, του είπε.

«Το θέλω αυτό. Δώσε μου το παλιό καλάθι και το μαχαίρι.»

Ο μεγαλύτερος αδερφός ξεκίνησε για το δάσος. Όταν έφτασε στο βουνό, κάθισε πάνω σε ένα βράχο και περίμενε.

Μετά από λίγο, ένιωσε ένα ρεύμα αέρα και ακούστηκαν χτυπήματα φτερών.

Εκεί, καθώς κοίταζε προς τα δυτικά, προς τον ήλιο που έδυε, ένα πουλί εμφανίστηκε από τις φωτεινές ακτίνες του, χτυπώντας τα φτερά του, πλησιάζοντας.

Προσγειώθηκε δίπλα του.

«Γιατί κάθεσαι εδώ ολομόναχος;»

«Είμαι φτωχός. Δεν έχω τίποτα.»

«Είναι αλήθεια ή ψέματα;»

«Είναι αλήθεια, είμαι φτωχός. Δεν έχω τίποτα. Θέλω χρυσό!»

«Σκαρφάλωσε στη ράχη μου», είπε το μεγαλειώδες πουλί. «Θα σε πάω στο νησί του Ήλιου. Από εκεί μπορείς να πάρεις ένα κομμάτι χρυσού.»

Και το μεγαλειώδες πουλί πέταξε μακριά από το βουνό.

Πάνω από το δάσος πέταξε το μεγαλειώδες πουλί.

Πάνω από τη θάλασσα πέταξε το μεγαλειώδες πουλί.

Στο νησί του Ήλιου πέταξε το μεγαλειώδες πουλί.

Καθώς προσγειώθηκε, ο ήλιος έδυσε πίσω από το νησί.

Ο μεγαλύτερος αδελφός κοιτούσε και έβλεπε παντού λαμπερό χρυσό. Πήρε ένα κομμάτι και το έβαλε στο καλάθι.

«Το καλάθι φαίνεται άδειο. Θα μπορούσα να πάρω κι άλλο ένα.»

Έβαλε ένα δεύτερο κομμάτι στο καλάθι και έπειτα ένα τρίτο.

Συνέχισε να μαζεύει τα μεγαλύτερα κομμάτια χρυσού, μέχρι να γεμίσει εντελώς το καλάθι.

Τότε γύρισε. Καθώς γύρισε, είδε ότι το πουλί είχε πετάξει μακριά και ο ήλιος ανέτειλε. Δεν μπορούσε να ξεφύγει.

Ο μικρότερος αδερφός κληρονόμησε τη γη του μεγαλύτερου αδερφού του. Φρόντιζε τη γη καλά και με αγάπη.

Ό,τι παρήγαγε το μοιραζόταν με την υπόλοιπη κοινότητα.

Enjoyed this story?
Find out more here