KidsOut World Stories

Η πονηρή αλεπού και τα κόλπα της    
Previous page
Next page

Η πονηρή αλεπού και τα κόλπα της

A free resource from

Begin reading

This story is available in:

 

 

 

 

Η πονηρή αλεπού

και τα κόλπα της

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μια φορά και έναν καιρό ήταν μια αλεπού, τόσο πονηρή, όσο πονηρές είναι οι αλεπούδες. Όλη τη νύχτα έψαχνε για φαγητό και δεν μπορούσε να βρει τίποτα. Όταν ξημέρωσε, η αλεπού σύρθηκε στην άκρη ενός δρόμου και ξάπλωσε κάτω από έναν θάμνο. Αναρωτιόταν τι άλλο θα μπορούσε να κάνει για να βρει κάτι να φάει.

Ενώ ήταν ξαπλωμένη εκεί, με το κεφάλι στις πατούσες της, της μύρισε ψάρι. Σήκωσε το κεφάλι της λίγο. Κοιτάζοντας στον δρόμο, είδε ένα κάρο να πλησιάζει, που το έσερναν δύο βόδια.

«Ωραία», σκέφτηκε η αλεπού. «Να το φαγητό που περίμενα».

Χωρίς να χάσει στιγμή, βγήκε τρέχοντας από τον θάμνο. Ξάπλωσε στη μέση του δρόμου, παριστάνοντας τη νεκρή.

Καθώς το κάρο πλησίαζε την αλεπού, ο οδηγός την είδε. Νομίζοντας πως ήταν στα αλήθεια νεκρή, φώναξε ώστε να σταματήσει τα βόδια: «Ώπα!» «Ώπα!»

Το βόδι σταμάτησε. Ο άνδρας πλησίασε την αλεπού και την κοίταξε προσεκτικά. Είδε πως δεν ανέπνεε.

«Θεέ μου!», είπε. «Πώς πέθανε εδώ η αλεπού; Μα τι ωραίο μπουφάν που θα φτιάξω για την γυναίκα μου, από τη γούνα της!»

Καθώς μιλούσε, σήκωσε την αλεπού από τον λαιμό. Την έσυρε και την ανέβασε στο κάρο, αφήνοντάς την πάνω στα ψάρια.

Τότε ο άνδρας παρότρυνε τα βόδια να προχωρήσουν: «Γρήγορα, Τζοΐαν! Γρήγορα, Μπουρίαν!»

Τα βόδια άρχισαν να βαδίζουν προς τα εμπρός. Ο άντρας πέρασε μπροστά από τα βόδια, σκουντώντας τα με ένα ραβδί για να κινηθούν πιο γρήγορα. Ανυπομονούσε να γυρίσει σπίτι και να γδάρει την αλεπού.

Καθώς τα βόδια προχωρούσαν, η αλεπού άρχισε να σπρώχνει τα ψάρια έξω από το κάρο, με τα πόδια της. Ο άνδρας σκούνταγε τα βόδια, το κάρο έτριζε και τα ψάρια έπεφταν από πίσω.

Αφότου έσπρωξε αρκετά ψάρια, η αλεπού πετάχτηκε έξω και έσπευσε να τα μαζέψει από το δρόμο. Αφότου μάζεψε τα ψάρια σε μια στοίβα, τα πήγε στη φωλιά της και άρχισε να τρώει. Είχε πεθάνει της πείνας!

Μόλις ξεκίνησε να τρώει η αλεπού, ήρθε ένας απρόσμενος επισκέπτης, η αρκούδα!

«Καλή όρεξη, φίλη μου. Ουάου! Πολλά ψάρια! Θα μπορούσα να έχω κι εγώ; Λιμπίζομαι ψάρι!», παρακάλεσε η αρκούδα.

«Λοιπόν, λιμπίσου όσο θες, φίλη μου. Δεν δουλεύω για να γεμίζω την κοιλιά των άλλων. Αν τα λιμπίζεσαι τόσο πολύ, πήγαινε να βουτήξεις την ουρά σου στη λίμνη, όπως έκανα εγώ. Και σύντομα θα έχεις αρκετά ψάρια να φας», είπε η αλεπού.

«Μάθε με να ψαρεύω τότε», είπε η αρκούδα. «Δεν ξέρω να ψαρεύω.»

Η αλεπού χαμογέλασε και είπε: «Αυτό είναι όλο, φίλη μου; Αλλά δεν ξέρεις ότι η απελπισία σε οδηγεί σε μέρη που δεν θέλεις και σου μαθαίνει πράγματα που ποτέ δεν φανταζόσουν; Πήγαινε απόψε στη λίμνη στην άκρη του δάσους. Βούτα την ουρά σου στο νερό και μείνε εκεί, σχεδόν μέχρι την αυγή. Όταν ο ήλιος αρχίσει να ανατέλλει, τράβα προς την ακτή. Και θα πιάσεις πολλά ψάρια, ίσως διπλάσια ή και τριπλάσια από αυτά που έπιασα εγώ.»

Χωρίς να πει τίποτα, η αρκούδα έτρεξε στη λίμνη, στην άκρη του δάσους. Βούτηξε όλη της την ουρά στο νερό και έμεινε ακίνητη.

Εκείνη τη νύχτα άρχισε να φυσάει ένας κρύος άνεμος. Ήταν αρκετά κρύος, ώστε να παγώσει η γλώσσα στο στόμα σου. Το νερό στη λίμνη έγινε πάγος και η ουρά της αρκούδας παγιδεύτηκε. Μετά από λίγο, ανίκανη να αντέξει άλλο τον πόνο, η αρκούδα τράβηξε μια και καλή με όλη της τη δύναμη. Και η καημένη αρκούδα, αντί να πιάσει πολλά ψάρια, έμεινε χωρίς ουρά!

Ούρλιαξε τρομερά και χοροπήδησε πάνω κάτω από τον πόνο. Νευριασμένη με την αλεπού που την κορόιδεψε, η αρκούδα πήγε στη φωλιά της αλεπούς.

Ωστόσο, η πονηρή αλεπού ήξερε πώς να αποφύγει τον θυμό της αρκούδας. Όταν είδε την αρκούδα να πλησιάζει χωρίς ουρά, έφυγε από τη φωλιά της και κρύφτηκε σε ένα κούφιο δέντρο εκεί κοντά.

«Βρε, βρε, φίλη μου!», φώναξε η αλεπού. «Έφαγαν τα ψάρια την ουρά σου ή ήσουν τόσο άπληστη που δεν άφησες κανένα ψάρι στη λίμνη;»

Όταν άκουσε την αλεπού να την κοροϊδεύει, η αρκούδα όρμηξε στο δέντρο. Όμως, το κούφιο άνοιγμα ήταν στενό και η αρκούδα δεν μπορούσε να μπει μέσα. Έψαξε για ένα καμπυλωτό κλαδί με μυτερό άκρο σαν γάντζο. Τότε, η αρκούδα ξεκίνησε να ψαρεύει μέσα στην τρύπα, για να βγάλει έξω την αλεπού.

Όποτε έπιανε ένα από τα πόδια της, η αλεπού φώναζε: «Άντε, τράβα, ανόητη! Τραβάς το δέντρο, τι με νοιάζει;»

Όποτε ο γάντζος έπιανε το δέντρο, φώναζε: «Άουτς, φίλη μου! Μην τραβάς, θα μου ξεριζώσεις το πόδι!»

Η αρκούδα προσπάθησε και ξαναπροσπάθησε, αλλά δεν μπόρεσε να φτάσει την αλεπού.

Στο τέλος, η αλεπού αποκοιμήθηκε ευχαριστημένη, αφού είχε ξεγελάσει όχι μόνο τον άνδρα, αλλά και την αρκούδα που θα της έπαιρνε το φαγητό!

Αυτή είναι η ιστορία της πονηρής αλεπούς και των κόλπων της.

Enjoyed this story?
Find out more here